Ο ανιχνευτής ψεύδους και η ιστορία πίσω από αυτόν

Ο άνθρωπος έχει κάνει εφευρέσεις για ότι μπορούμε να φανταστούμε. Σίγουρα έχουμε κάνει πολύ δρόμο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Ποιος από τους προγόνους μας θα είχε οραματιστεί μια μηχανή που θα μπορούσε να καταλάβει αν ένα άτομο έλεγε ψέμα ή όχι; Υπήρχε μία περίοδος που όλοι πίστευαν ότι αυτή η ικανότητα ήταν μόνο στα χέρια των μάγων ή του Θεού. Δεν είναι καταπληκτικό πώς μια μηχανή μπορεί να διαβάσει το μυαλό ενός ατόμου;

Ο εφευρέτης του ανιχνευτή ψεύδους το ονόμασε καρδιο-πνευμο-ψυχογράφο. Ήταν ένα “μαγικό κουτί” που είχε τη δύναμη να ρίχνει μια ματιά στο μυαλό κάποιου και να καταλάβει ποιος λέει αλήθεια και ποιος όχι.

Στην εποχή που οδήγησε στη γέννηση των τεστ νοημοσύνης και της μελέτης του χρόνου, μια ομάδα Αμερικανών εφευρετών είχαν ονειρευτεί μια συσκευή που θα μπορούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια από την εξαπάτηση, μετρώντας τις αποκρίσεις του σώματος, όπως τον παλμό, την αρτηριακή πίεση.

Ένας από τους πρώτους υποστηρικτές υποστήριξε ότι αυτό το «μηχανικό εργαλείο του μέλλοντος» θα αντικαταστήσει τις συζητήσεις της κριτικής επιτροπής και τις συμβατικές αστυνομικές ανακρίσεις. Θα έδινε επίσης χέρι βοηθείας στις κυβερνητικές και ιδιωτικές εταιρείες για την εξάλειψη των κατασκόπων και των κλεφτών. Θα ακουγόταν στις βαθύτερες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής και στα επιστημονικά έργα ψυχιάτρων. Αλλά ένας από τους ανθρώπους πίσω από την εφεύρεση, ο Τζων Λάρσον δεν το έβλεπε έτσι αλλά σαν ένα καταπιεστικό έργο ζωής που τον είχε απορροφήσει για 40 χρόνια.

Οι «πρόγονοι» του σύγχρονου ανιχνευτή ψεύδους προέρχονται από μια συσκευή βασανιστηρίων. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, τα βασανιστήρια ήταν μία συνηθισμένη πρακτική για να πει κάποιος την αλήθεια ή να αποκαλύψει ένα μυστικό. Αλλά το 1730, ήταν το έτος όπου αυτή η μέθοδος για την εξαγωγή της αλήθειας θεωρήθηκε παρωχημένη και μια νέα μέθοδος ανίχνευσης ψεύδους εμφανίστηκε. Ο Daniel Defoe ήταν ο πρώτος που πρότεινε μια τέτοια μέθοδο μέσω της αξιολόγησης των καρδιακών παλμών. Τον 18ο αιώνα, οι βασανιστικές μέθοδοι μειώθηκαν κάπως εξαιτίας των αντιδράσεων κατά των δικαστικών ή θρησκευτικών βασανιστηρίων στην Ευρώπη. Αυτός ο «ανθρώπινος» τρόπος ανίχνευσης έγινε δεκτός από την πλειοψηφία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Η εξέλιξη του ανιχνευτή ψεύδους ήταν αργή αλλά ήταν μια πρωτοποριακή εφεύρεση για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η εμφάνιση ξεκίνησε με τις αρχικές δοκιμές για τον προσδιορισμό των «φυσικών» απαντήσεων κατά τη διάρκεια της πράξης εξαπάτησης. Ο Cesare Lombroso, επίσης γνωστός ως πατέρας της σύγχρονης εγκληματολογίας, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να εφαρμόσει την επιστήμη για την ανίχνευση της εξαπάτησης. Κάνοντας χρήση μιας συσκευής, παρακολούθησε τις μεταβολές της ροής αίματος του ατόμου κατά τη στιγμή της ανάκρισης.

Μια άλλη σημαντική ανακάλυψη ήρθε το 1897 με την ανάπτυξη μιας μεθόδου από το Β. Sticker. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποίησε την ποσότητα του ιδρώτα που παράγεται στο δέρμα με τη βοήθεια ηλεκτρικής αγωγιμότητας κατά τη διάρκεια της δοκιμής.

Άλλο έτος σταθμός ήταν το 1914: η μέτρηση του ρυθμού αναπνοής με τη χρήση των πνευματικών σωληνώσεων έγινε από τον Vittorio Benussi. Αυτή η συσκευή ήταν τυλιγμένη γύρω από το στήθος του ατόμου για τη μέτρηση του ρυθμού και του βάθους της αναπνοής. Ο Benussi ανακάλυψε ότι ο λόγος της εισπνοής και εκπνοής ήταν συνήθως μεγαλύτερος κατά τη στιγμή της αλήθειας παρά όταν ψεύδεται. Αυτή η μέθοδος ανακάλυψης της αλήθειας από τον Benussi έδωσε μια σημαντική αποκάλυψη ότι δεν ήταν απλώς η ταχύτητα των παλμών, η παραγωγή ιδρώτα και η αρτηριακή πίεση που βοήθησε στην ανίχνευση ψεύδους, αλλά επίσης και οι δείκτες της αναπνοής. Όλα αυτά τα ευρήματα συγχωνεύτηκαν μαζί σχηματίζοντας τον σύγχρονο ανιχνευτή ψεύδους.

Το παλαιότερο μηχάνημα που πήρε το όνομα του polygraph ήταν αρχικά αντιγραφικό μηχάνημα που εφευρέθηκε από τον John Hawkins το έτος 1804. Το όνομα του μηχανήματος προέρχονταν από τα αρχαία Ελληνικά και επέτρεπε στους χρήστες να γράφουν με δύο στυλό ταυτόχρονα  κάνοντας αντίγραφα. Το 1908 ένας Άγγλος γιατρός, ο James MacKenzie έκανε μία εφεύρεση για την παρακολούθηση των καρδιαγγειακών παλμών, λαμβάνοντας υπόψη και την αρτηριακή πίεση.

Μετά από λίγα χρόνια, το 1915, ο William Marston, ο οποίος ήταν Αμερικανός ψυχολόγος, ξεκίνησε δοκιμές ανίχνευσης ψεύδους για να προσδιορίσει εάν κάποιες απαντήσεις ήταν παραπλανητικές χρησιμοποιώντας μανσέτες αρτηριακής πίεσης για τη λήψη μετρήσεων κατά τη στιγμή της ανάκρισης. Είχε την άποψη ότι η τεχνολογία σε συνδυασμό με τις τεχνικές ανάκρισης μπορεί να οδηγήσει στην ανίχνευση ψεμάτων.

image ψίθυροι

                                                                Photo by Jamin Gray/ cc by-sa 2.0

Όπως και με κάθε εφεύρεση έτσι και εδώ διάφοροι απατεώνες εμφανίστηκαν προκειμένου να εκμεταλλευτούν και τη δίψα του κοινού για αυτή τη νέα συσκευή.

Παρά τους τσαρλατάνους ο ανιχνευτής ψεύδους έκανε πρόοδο προς αναζήτηση του σεβασμού και της αποδοχής του. Το 1923, μια νομική απόφαση σε Αμερικάνικο δικαστήριο απέκλεισε τα αποτελέσματα ανιχνευτών ψεύδους σαν αποδεικτικά στοιχεία. Σε άλλα μέρη όμως όπως σε χώρους εργασίας, σε τράπεζες κ.α. αυτό το μαγικό κουτί άνοιξε ένα μέρος προσφέροντας μια αποτελεσματική λύση για ανίχνευση.

Ακόμα και η βιομηχανία του Χόλυγουντ το χρησιμοποίησε σαν εύρημα στις ταινίες του. Οι ανιχνευτές ψεύδους έχουν αποδειχθεί μια εκπληκτικά χρήσιμη εφεύρεση ακόμα και αν στις μέρες μας έχει ατονήσει η σημασία της. Άλλες μέθοδοι όπως πχ τα βιομετρικά στοιχεία ακόμα και η ίριδα των ματιών μας, εφαρμόζονται. Δεν έχουν καταφέρει όμως να αντικατασταθεί πλήρως ο ανιχνευτης ψευδους.