To απόλυτο αντισεισμικό σύστημα

Το παρόν άρθρο αποτελεί μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση-πρόταση από τον εφευρέτη Ιωάννη Λυμπέρη για το “ απόλυτο αντισεισμικό σύστημα ” που έχει αναπτύξει:

Συγγραφέας Ιωάννης Λυμπέρης

Σε αντίθεση με τη βιομηχανία, όπου οι απαιτήσεις στη λειτουργία και στην απόδοση ενός προϊόντος είναι συγκεκριμένες και τα τελικά παραγόμενα προϊόντα χαρακτηρίζονται από πλήρη ομοιογένεια, τα τελικά «προϊόντα» του Πολιτικού Μηχανικού εμφανίζουν ανομοιογένειες και κάθε έργο παρουσιάζει τις δικές του ιδιαιτερότητες, τις δικές του απαιτήσεις και τους δικούς του περιορισμούς ως προς την υπολογιστική προσομοίωση, υπό την έννοια μίας ολοκληρωμένης επιστημονικής μεθοδολογίας για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων του Πολιτικού Μηχανικού.

Πρόλογος

Η αντισεισμική τεχνολογία των κατασκευών στην Ελλάδα διαθέτει εδώ και πολλά χρόνια τους πιο σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς στον κόσμο! Εν τούτοις οι κατασκευές δεν αντέχουν σε οποιοδήποτε μεγάλο σεισμό. Υπάρχουν πάρα πολλοί αστάθμητοι παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επιφέρουν την καταστροφή και στις ποιο σύγχρονες αντισεισμικές κατασκευές. Βασικά οι συντελεστές που καθορίζουν την σεισμική συμπεριφορά των κατασκευών είναι πολυάριθμοι, και εν μέρη πιθανοτικού χαρακτήρα. (Άγνωστη η διεύθυνση του σεισμού, άγνωστο το ακριβές περιεχόμενο των συχνοτήτων της σεισμικής διέγερσης, άγνωστη η διάρκειά της.) Ακόμα οι μέγιστες πιθανές επιταχύνσεις που δίδουν οι σεισμολόγοι, και καθορίζουν τον συντελεστή αντισεισμικού σχεδιασμού έχουν πιθανότητα υπέρβασης, μεγαλύτερης του 10%.
Ο συσχετισμός των ποσοτήτων όπως είναι οι “αδρανειακές εντάσεις – δυνάμεις απόσβεσης – ελαστικές δυνάμεις- δυναμικά χαρακτηριστικά κατασκευής – αλληλεπίδραση εδάφους κατασκευής – επιβαλλόμενη κίνηση εδάφους” είναι μη γραμμικής κατεύθυνσης και δυσκολεύουν πολύ τον σωστό αντισεισμικό σχεδιασμό.
Σκοπός του σύγχρονου αντισεισμικού κανονισμού είναι να κατασκευάσει δομές που: α) Σε συχνούς σεισμούς μεγάλης πιθανότητας να συμβούν ( 0,36 g επιτάχυνσης ) δεν θα πάθουν τίποτα, β) Σε σεισμούς μέσης πιθανότητας να συμβούν ( 0,50 – 0,60 g επιτάχυνσης ) θα πάθουν μικρές, επιδιορθώσιμες ζημιές και γ) Σε πολύ ισχυρούς σεισμούς μικρής όμως πιθανότητας να συμβούν ( 0,60 – 1,00 g επιτάχυνση ) δεν θα έχουμε απώλειες ανθρώπινων ζωών. Άρα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο «απόλυτα» στις αντισεισμικές κατασκευές. Θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο «ποιοτικές» κατασκευές που σημαίνει εφαρμογή τουλάχιστον των απαιτήσεων όλων των σύγχρονων κανονισμών. Η ποιότητα των κατασκευών και η ασφάλειά τους, είναι και συνάρτηση της οικονομικής κατάστασης των χωρών, μεταξύ των άλλων παραγόντων. Είναι ευνόητο ότι φτωχές χώρες δεν μπορούν να συγκριθούν με χώρες όπου έχουν ακριβούς σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς.

image απόλυτο αντισεισμικό σύστημα

Άλλοι αστάθμητοι παράγοντες που επηρεάζουν τις κατασκευές στον σεισμό είναι:

α) Η απόσταση της κατασκευής από το επίκεντρο του σεισμού

β) Αν ο σεισμός γίνει στην στεριά ή στην Θάλασσα

γ) Αν ο σεισμός είναι επιφανειακός ή βαθύς

δ) Αν το έδαφος μετάδοσης των σεισμικών κυμάτων μεταξύ του σεισμικού επίκεντρου και της κατασκευής είναι το κατάλληλο ή ‘όχι για την μετάδοση της σεισμικής ενέργειας η οποία φθάνει τελικά κάτω από τις βάσεις της κατασκευής.

Γενικά οι τέσσερεις αυτοί παράγοντες είναι αυτοί που καθορίζουν το πόσο μεγάλη θα είναι τελικά η σεισμική ενέργεια που θα φθάσει κάτω από την κατασκευή. Το πόσο μεγάλες καταστροφές και το πόσα πολλά θύματα θα έχουμε δεν εξαρτάται τόσο από το μέγεθος του σεισμού αλλά από τους αναφερθέντες αστάθμητους παράγοντες και από την μέγιστη τελική επιτάχυνση g ( ενέργεια ) του σεισμού που τελικά θα φθάσει κάτω από τις κατασκευές, και πολύ λιγότερο από το πόσο σύγχρονοι είναι οι κανονισμοί.

Οπότε από τα αναφερθέντα συμπεραίνουμε τα εξής. α) Κανένας αντισεισμικός κανονισμός δεν είναι απόλυτος. β) Οι κατασκευές είναι πολύ ακριβές και δεν είναι δυνατόν οι πάντες να απολαμβάνουν την ασφάλεια που πρέπει να έχουν. Εγώ βλέπω εδώ ένα μεγάλο κενό που λέγεται … όπου φτωχός και η μοίρα του. Και βλέπω ακόμα ότι το αν πάθουμε καταστροφές από τον σεισμό ή όχι είναι και θέμα τύχης, η οποία εξαρτάται από τους αστάθμητους παράγοντες. Φυσικά είναι και θέμα σχεδιασμού, και θέμα κόστους.

Συμπέρασμα… δεν υπάρχει απόλυτος αντισεισμικός σχεδιασμός σήμερα, και δεν πρέπει να αναφερόμαστε σε απόλυτο αντισεισμικό σχεδιασμό. Οπότε υπάρχει μεγάλη ανάγκη σήμερα να εφεύρουμε έναν πιο σύγχρονο αντισεισμικό σχεδιασμό ο οποίος να ανταποκρίνεται στον απόλυτο αντισεισμικό σχεδιασμό, με μικρότερο κατασκευαστικό κόστος.

Πως σχεδιάζουν σήμερα οι πολιτικοί μηχανικοί

Σύμφωνα με τους σύγχρονους κανονισμούς, ο αντισεισμικός σχεδιασμός των κτιρίων γίνεται με βάση τις απαιτήσεις του ικανοτικού σχεδιασμού και πλαστιμότητας. Η αναπόφευκτη ανελαστική συμπεριφορά υπό ισχυρή σεισμική διέγερση κατευθύνεται σε επιλεγμένα στοιχεία και μηχανισμούς αστοχίας.

Ειδικότερα, η έλλειψη ικανοτικού σχεδιασμού των κόμβων και η σαφώς περιορισμένη πλαστιμότητα των στοιχείων οδηγούν σε ψαθυρές μορφές αστοχίας. Ο ικανοτικός έλεγχος των κόμβων γίνεται με την σύγκριση αντοχής των ροπών που δημιουργούνται προσθετικά σε όλους τους δοκούς που υπάρχουν στον κόμβο, με την σύγκριση αντοχής των ροπών όλων των υποστυλωμάτων. Ελέγχονται ως προς την πλαστιμότητα, και την αποφυγή του σχηματισμού μηχανισμού (μαλακού ορόφου). Στις κολόνες δεν επιτρέπεται η δημιουργία πλαστικών αρθρώσεων, παρά μόνο στο σημείο κοντά στην βάση, ή στο σημείο που ενώνονται με το στερεό κιβώτιο του υπογείου. Φυσικά ελέγχουμε και την αντοχή τους προς την τέμνουσα βάσης.

Όταν μιλάμε για σεισμική «ενέργεια», δεν είναι ένας δείκτης που μπορούμε να υπολογίσουμε, αλλά ένας όρος που περιγράψει την συμπεριφορά του φέροντα η οποία μπορεί να αναλυθεί με μαθηματικές εξισώσεις ισορροπίας. Η συμπεριφορά της δομής κατά τη διάρκεια ενός σεισμού είναι βασικά μια οριζόντια μετατόπιση (ας ξεχάσουμε για μια στιγμή οποιαδήποτε κατακόρυφη συνιστώσα) που επαναλαμβάνεται μερικές φορές.
Αν η μετατόπιση είναι αρκετά μικρή για να κρατήσει όλα τα μέλη της δομής εντός της ελαστικής περιοχής, η ενέργεια που δημιουργείται, είναι ενέργεια που αποθηκεύεται στη δομή και εκτονώνεται μετά για να επαναφέρει την δομή στην αρχική της μορφή. Ένα παράδειγμα είναι το ελατήριο.

Αυτή την αποθήκευση της ενέργειας και εν συνεχεία την απόδοσή της προς την αντίθετη κατεύθυνση που εφαρμόζει το ελατήριο, στη δομική κατασκευή την αποθηκεύει και την εκτονώνει το υποστύλωμα και η δοκός. Με λίγα λόγια, όλη η επιτάχυνση του σεισμού μετατρέπεται σε αποθηκευμένη ενέργεια στην δομή. Όσο η μετατόπιση κρατά κάθε τμήμα οποιουδήποτε μέλους εντός ελαστικής περιοχής, όλη η ενέργεια που είναι αποθηκευμένη στη δομή θα κυκλοφορήσει στο τέλος του κύκλου, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εάν η σεισμική ενέργεια (που μετράται από την επιτάχυνση εδάφους) είναι πάρα πολύ μεγάλη, θα παράγει υπερβολικά μεγάλες μετατοπίσεις που θα προκαλέσουν μια πολύ υψηλή καμπυλότητα στα κατακόρυφα και οριζόντια στοιχεία. Αν η καμπυλότητα είναι πολύ υψηλή, αυτό σημαίνει ότι η περιστροφή των τμημάτων των στηλών και των δοκών θα είναι πολύ πάνω από την ελαστική περιοχή (Θλιπτική παραμόρφωση σκυροδέματος πάνω από το 0,35% και τάσεις των ινών του οπλισμού πάνω από το 0,2 %). Όταν η περιστροφή περάσει πάνω από αυτό το όριο ελαστικότητας, η δομή αρχίζει να «διαλύει την αποθήκευση της ενέργειας «μέσω πλαστικής μετατόπισης, το οποίο σημαίνει ότι τα τμήματα θα έχουν μια υπολειμματική μετατόπιση που δεν θα είναι σε θέση να ανακτηθεί (ενώ στην ελαστική περιοχή όλες οι μετατοπίσεις ανακτούνται).

Βασικά ο σχεδιασμός της αντοχής ενός σημερινού κτιρίου περιορίζεται στα όρια του ελαστικού φάσματος σχεδιασμού, και μετά περνά στις προεπιλεγμένες πλαστικές περιοχές, οι οποίες είναι προεπιλεγμένες περιοχές αστοχίας, (συνήθως είναι τα άκρα των δοκών) ώστε να μην καταρρεύσει η δομή. (Η δομή καταρρέει όταν αστοχήσουν τα υποστυλώματα με λοξό/ σχήμα αστοχίας). Αν τα τμήματα που βιώνουν τις πλαστικές παραμορφώσεις, ξεπερνούν το όριο του σημείου θραύσης, και είναι και πάρα πολλές πάνω στην δομή, η δομή θα καταρρεύσει.

Τι επιτυγχάνει όμως η νέα αναφερόμενη πάρα κάτω εφεύρεση…

Σύντομη περιγραφή της εφεύρεσης

Οι σεισμοί των τελευταίων δεκαετιών σε όλο τον κόσμο, καθώς και οι πρόσφατοι σεισμοί στη Ελλάδα, έχουν θέσει σε πρώτη προτεραιότητα το μείζον κοινωνικό και οικονομικό θέμα της σεισμικής συμπεριφοράς και της γενικότερης αντισεισμικής προστασίας των κατασκευών έναντι των σεισμών. Λόγω της αναγκαιότητας του περιορισμού των επιπτώσεων του σεισμού έχουν αναπτυχθεί διάφορες μέθοδοι βελτιστοποίησης της απόκρισης των κατασκευών προς τις σεισμικές κινήσεις.
Ο μηχανισμός του ελκυστήρα δομικών έργων της παρούσας εφεύρεσης καθώς και η μέθοδος κατασκευής των δομικών κατασκευών χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό του ελκυστήρα της παρούσας εφεύρεσης έχουν ως κύριο σκοπό την ελαχιστοποίηση των προβλημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια των δομικών κατασκευών στην περίπτωση αντιμετώπισης φυσικών φαινομένων όπως είναι ο σεισμός, οι ανεμοστρόβιλοι και οι πολύ ισχυροί πλευρικοί άνεμοι.
Σύμφωνα με την εφεύρεση, αυτό επιτυγχάνεται με μια συνεχή έλξη της δομικής κατασκευής προς το έδαφος και του εδάφους προς την κατασκευή, κάνοντας αυτά τα δύο μέρη ένα σώμα. Αυτή τη δύναμη έλξης την εφαρμόζει ένας μηχανισμός έλξης. Αυτός αποτελείται από έναν τένοντα ο οποίος διαπερνά ελεύθερα μέσα από σωλήνες διόδου τοποθετημένες στα άκρα τα καθ’ ύψος κάθετα στοιχεία στήριξης της δομικής κατασκευής, καθώς και το μήκος των γεωτρήσεων ευρισκόμενες κάτω από την βάση τους μέσα στο έδαφος. Στο κάτω άκρο του ο τένοντας είναι συνδεδεμένος με ένα μηχανισμό τύπου άγκυρας που ανοίγει και πακτώνεται στα βάθη της γεώτρησης πάνω στα πρανή της και δεν μπορεί να ανέλθει ή να κατέλθει. Στο επάνω μέρος του, ο τένοντας είναι συνδεδεμένος με έναν μηχανισμό έλξης ο οποίος το έλκει με μία συνεχή δύναμη ανόδου. Η ασκούμενη έλξη του άνω άκρου του τένοντα από τον μηχανισμό έλξης με τον οποίον συνδέεται και βρίσκεται τοποθετημένος στο ανώτατο δώμα της κατασκευής και η αντίδραση σ’ αυτήν την έλξη του τένοντα προερχόμενη από την πακτωμένη άγκυρα ευρισκόμενη συνδεδεμένη στο κάτω άκρο του μέσα στα βάθη της γεώτρησης γεννά την επιθυμητή θλίψη μεταξύ του εδάφους προς την κατασκευή και της κατασκευής προς το έδαφος εξασφαλίζοντας κατ αυτόν τον τρόπο την ένωση αυτών των δύο ανεξάρτητων σωμάτων κάνοντάς αυτά ένα σώμα.

Τι επιτυγχάνει αυτή η ένωση εδάφους δώματος

Με την μέθοδο σχεδιασμού πάκτωσης των κόμβων της ανώτατης στάθμης με το έδαφος ευελπιστώ να εκτρέψω τις εξωτερικές πλάγιες αδρανειακές εντάσεις του σεισμού σε πιο ισχυρές περιοχές της δομής από αυτές τις περιοχές που οδηγούνται σήμερα. Αυτές οι ισχυρές περιοχές που οδηγούνται οι εντάσεις του σεισμού είναι οι εγκάρσιες καθ ύψος δομές των επιμήκη υποστυλωμάτων καθώς και άλλων καθ ύψος κατακόρυφων φερόντων δομικών στοιχείων οι οποίες έχουν την ικανότητα να προλαμβάνουν και να αποτρέπουν την εμφάνιση της ελαστικής παραμόρφωσης και του στρεπτοκαμπτικού λυγισμού, πάνω στον κορμό των φερόντων στοιχείων, της δοκού και του υποστυλώματος οπότε ευελπιστώ να εμφανίζονται λιγότερες εντάσεις και αστοχίες.

Πως σχεδιάζουν σήμερα

Όταν το υποστύλωμα είναι σχεδιασμένο με πεδιλοδοκούς και ο οπλισμός του σήμερα σταματάει μέσα σε αυτούς τότε είναι μοιραίο όλες οι πλάγιες φορτίσεις του σεισμού να οδηγούνται μέσο των ροπών του κόμβου πάνω στα φέροντα στοιχεία κάμπτοντας τον κορμό τους προκαλώντας την ελαστική παραμόρφωση και με την αύξηση της προσφοράς σεισμικής ενέργειας περνούν σε ανελαστικές παραμορφώσεις και αστοχούν.

Λύση

Η αμφίπλευρη πάκτωση των κόμβων της ανώτατης στάθμης ενός επιμήκη υποστυλώματος με το έδαφος μέσο μηχανισμών τύπου πάκτωσης και έντασης αποτρέπει:

α) την ροπή ανατροπής του

β) την ελαστική παραμόρφωση του κορμού των φερόντων στοιχείων

γ) το αμφίπλευρο ανασήκωμα της βάσης του υποστυλώματος κατά το λίκνισμα της κατασκευής που μαζί με την ελαστική παραμόρφωση των καθ ύψος κορμών των υποστυλωμάτων συντελούν στην παραμόρφωση όλων των καθ ύψος κόμβων δοκών και πλακών συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ανώτατης στάθμης.

Η πάκτωση στο ανώτατο επίπεδο όλων των άκρων των καθ’ ύψος επιμήκη υποστυλωμάτων με το έδαφος της γης, χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της ευρεσιτεχνίας, διατηρεί την εγκάρσια καθετότητα τους κατά το λίκνισμα του σεισμού διότι αδυνατούν να ανατραπούν λόγω της ύπαρξης των μηχανισμών της ευρεσιτεχνίας ο οποίοι παραλαμβάνουν και εκτρέπουν τις πλάγιες φορτίσεις του σεισμού και τις μεταφέρουν μέσα από την εγκάρσια ισχυρή δομή των υποστυλωμάτων μέσα στο έδαφος.

Η αντίθεση των δύο δυνάμεων επί της εγκάρσιας δομής των καθ’ ύψος υποστυλωμάτων δημιουργούμενες αφενός α) από το αρνητικό πρόσημο της έντασης του μηχανισμού ο οποίος δημιουργεί μια αντίρροπη ροπή ως προς την ροπή ανατροπής των καθ ύψος υποστυλωμάτων εφαρμοζόμενη πάνω στα ανώτατα άκρα του προερχόμενη από το έδαφος και αφετέρου β) η αντίδραση του εδάφους καθώς και η αντίδραση του άλλου αντικριστού μηχανισμού προς τα θλιπτικά στατικά φορτία ευρισκόμενος τοποθετημένος στο αντικριστό κάτω μέρος τις βάσης του, εκτρέπουν μέσα από την εγκάρσια ισχυρή δομή του τα φορτία του σεισμού και τα μεταφέρουν μέσα στο έδαφος δηλαδή τα επιστρέφει μέσα σε αυτό από το οποίον προήλθαν. Δηλαδή το έδαφος κάτω από την βάση ενός αμφίπλευρα πακτωμένου επιμήκη υποστυλώματος δέχεται δύο δυνάμεις ήτοι στο ένα άκρο θλίψη και στο άλλο έλξη. Ο μηχανισμός πάκτωσης κάτω από την βάση ανταποκρίνεται επιτυχώς τόσο στην θλίψη όσο και στην έλξη που του δημιουργεί εναλλάξ κατά την ταλάντωση η ροπή ανατροπής του επιμήκη υποστυλώματος διότι έχει ισχυρή πάκτωση με το έδαφος και μπορεί να δέχεται επιτυχώς ανοδικές και καθοδικές εντάσεις τις οποίες μεταβιβάζει στα βάθη των πρανών των γεωτρήσεων μέσα στο έδαφος.
Επίσης ο τένοντας του μηχανισμού κατά την κάμψη του κορμού των υποστυλωμάτων τείνει να επιμηκυνθεί και δέχεται μεγάλες εντάσεις εφελκυσμού στις οποίες όμως αντιδρά και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αποτρέπει την ελαστική παραμόρφωση των φερόντων στοιχείων.
Κατ αυτόν τον τρόπο μειώνονται οι παραμορφωτικές ιδιομορφές του φέροντα οργανισμού που είναι τόσες πολλές όσες είναι και οι διαφόρων κατευθύνσεων μετατοπίσεις του σεισμού. Και με την κατάλληλη διαστασιολόγηση, πάκτωση όλων των άκρων, μορφοποίηση και σωστή τοποθέτηση των επιμήκη υποστυλωμάτων επί του φέροντα οργανισμού σταματάμε και τον στρεπτοκαμπτικό λυγισμό των ασύμμετρων κατασκευών.
Αυτές τις δυνάμεις που παίρνουμε από το έδαφος ( μέσω του μηχανισμού αγκύρωσης – πάκτωσης ) πρέπει να τις μεταφέρουμε πάνω στο δώμα ελεύθερες αποφεύγοντας την δημιουργία του μηχανισμό της συνάφειας πάνω στην διεπιφάνεια του τένοντα και του σκυροδέματος. Για να το κατορθώσουμε αυτό πρέπει ο τένοντας του μηχανισμού που μεταφέρει αυτές τις δυνάμεις πάνω στο δώμα να διαπερνά εγκάρσια το υποστύλωμα μέσα από μία σωλήνα διόδου.
Αυτό είναι αναγκαίο για να απαλλάξουμε τα υποστυλώματα από τα προβλήματα που παρουσιάζει ο μηχανισμός της συνάφειας ο οποίος πλέων καθ αυτόν τον τρόπο δεν υφίστανται και η νέα μέθοδος όπλισης αλλάζει τον μηχανισμό καταπόνησης των υποστυλωμάτων.
Με αυτήν την μέθοδο το τελευταίο υποστύλωμα καθ ύψος στο ανώτατο άκρο του δέχεται θλιπτικά φορτία με αρνητικό πρόσημο διότι κατά το λίκνισμα παρεμποδίζεται από τον μηχανισμό να ανέλθει και να στρέψει τον κορμό του κυκλικά σταματώντας καθ αυτόν τον τρόπο την ροπή ανατροπής. Αυτά τα θλιπτικά φορτία στο ανώτατο άκρο του υποστυλώματος προέρχονται από το έδαφος και τα μεταφέρει ο μηχανισμός της εν λόγω μεθόδου ώστε αυτά να αντιταχθούν αρνητικά ως προς την ροπή ανατροπής των καθ ύψος υποστυλωμάτων. Το σκυρόδεμα έχει τις προδιαγραφές να παραλάβει αυτές τις θλιπτικές εντάσεις με αρνητικό πρόσημο που του επιβάλει ο μηχανισμός διότι η θλιπτική ικανότητα αντοχής του σκυροδέματος είναι 12 φορές μεγαλύτερη από ότι είναι η ικανότητα του στον εφελκυσμό. Αυτή η θλίψη στο ανώτατο άκρο του υποστυλώματος προέρχεται από τον μηχανισμό και δεν περιλαμβάνει πρόσθετα στατικά φορτία της κατασκευής διότι έχει αρνητικό πρόσημο από αυτά οπότε δεν υφίσταται κίνδυνος υπέρβασης της θλιπτικής ικανότητας του σκυροδέματος. Καταργείται καθ αυτόν τον τρόπο η καταπόνηση που δέχεται το σκυρόδεμα επικάλυψης του υποστυλώματος από τον μηχανισμό της συνάφειας ο οποίος ισούται με την εμφάνισης ακτινωτών διατμητικών εντάσεων εξασκούμενες πάνω στην διεπιφάνεια του σκυροδέματος και του χάλυβα οι οποίες αν περάσουν ορισμένες τιμές έντασης επέρχεται το αποτέλεσμα της εμφάνισης διόρυξης του σκυροδέματος επικάλυψης και εξόλκησης του χάλυβα δηλαδή η πλήρη αστοχία.

Ακόμα αποφεύγεται η εξόλκηση του χάλυβα από το σκυρόδεμα κοντά στην βάση λόγω του ότι ο οπλισμός του υποστυλώματος του ισογείου δεν σταματά στην βάση του αλλά επεκτείνεται μονοκόμματος μέχρι τα βάθη της γεώτρησης. Κατ αυτόν τον τρόπο αλλάζει η διαφορά δυναμικού των ροπών και αντίρροπων ροπών που παρατηρείται στην θέση του υπομοχλίου που δημιουργείται κοντά στην βάση του ισογείου πάνω στον κορμό του υποστυλώματος μεταξύ ελαστικής και άκαμπτης περιοχής και έχει σαν αποτέλεσμα την εξόλκηση του οπλισμού μέσα από την βάση του υποστυλώματος. Κατ αυτόν τον τρόπο ο χάλυβας εξαντλεί 100% τις εφελκυστικές αντοχές του οι οποίες δεν ακυρώνονται πια λόγο της εξόλκησής του μέσα από το σκυρόδεμα. Αυτό σημαίνει ότι με λιγότερο χάλυβα επιτυγχάνουμε τις επιθυμητές αντοχές με οικονομία.
Εάν με τους ίδιους μηχανισμούς έντασης και πάκτωσης του δώματος και του εδάφους εφαρμόσουμε από το δώμα και θλιπτικές εντάσεις πάνω στα καθ ύψος υποστυλώματα τις τάξεως έως και του 70% του σ.θρ του σκυροδέματος τότε εκτός των άλλων έχουμε πετύχει και την αύξηση της αντοχής του σκυροδέματος ως προς τις τέμνουσες, μεγαλύτερης του κανονικού έως και 37%.

Ιστοσελίδα Πειραμάτων https://www.youtube.com/channel/UCZaFAWh80Zs3gvEulYCex2A?disable_polymer=true